collaborer
collaborer
kɔlabɔʁe
kawlabawre

Ορισμός και σημασία του "collaborer"στα γαλλικά

collaborer
01

συνεργάζομαι, συνεργώ

participer à un projet ou une activité en coopération avec d'autres 
collaborer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
collabore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
collaborons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
collaborerai
ενεστώτα μετοχή
collaborant
παθητική μετοχή
collaboré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
collaborions
Παραδείγματα
Ils collaborent sur un projet de recherche scientifique. 

Συνεργάζονται σε ένα επιστημονικό ερευνητικό έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store