Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le collaborateur
[gender: masculine]
01
συνάδελφος, συνεργάτης
personne qui fait partie d'une équipe et travaille avec d'autres dans une organisation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
collaborateurs
Παραδείγματα
Chaque collaborateur doit suivre la même procédure.
Κάθε συνεργάτης πρέπει να ακολουθεί την ίδια διαδικασία.
02
συνεργάτης, προδότης
personne qui coopère volontairement avec une force ennemie qui occupe son pays
Παραδείγματα
Cette collaboratrice travaillait secrètement pour l' occupant.
Αυτή η συνεργάτιδα δούλευε κρυφά για τον κατακτητή.



























