Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chanter
01
τραγουδώ
produire des sons musicaux avec la voix
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
chante
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
chantons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
chanterai
ενεστώτα μετοχή
chantant
παθητική μετοχή
chanté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
chantions
Παραδείγματα
Elle aime chanter sous la douche.
Της αρέσει να τραγουδά κάτω από το ντους.
02
τραγουδώ, παράγω μελωδικό ήχο
produire un cri mélodieux ou sonore
Παραδείγματα
Le rossignol chante au lever du soleil.
Ο αηδόνι τραγουδά στην ανατολή του ηλίου.



























