Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le changement
01
αλλαγή, τροποποίηση
modification dans une situation, un état ou une chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
changements
Παραδείγματα
Le changement de climat affecte la planète.
Η αλλαγή του κλίματος επηρεάζει τον πλανήτη.
02
μεταφορά, αλλαγή
action de passer d'un moyen de transport à un autre
Παραδείγματα
Le changement de train se fait à Lyon.
Η αλλαγή του τρένου γίνεται στη Λυών.



























