Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La chance
[gender: feminine]
01
τύχη, εὐτυχία
la possibilité heureuse ou favorable que quelque chose arrive
Παραδείγματα
Il faut saisir sa chance quand elle vient.
Πρέπει να αξιοποιήσετε την ευκαιρία σας όταν έρθει.



























