la chance
Pronunciation
/ʃɑ̃s/

Ορισμός και σημασία του "chance"στα γαλλικά

La chance
[gender: feminine]
01

τύχη, εὐτυχία

la possibilité heureuse ou favorable que quelque chose arrive
la chance definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il faut saisir sa chance quand elle vient.
Πρέπει να αξιοποιήσετε την ευκαιρία σας όταν έρθει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store