Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le champ
[gender: masculine]
01
χωράφι, αγρός
étendue de terre cultivée ou destinée à la culture
Παραδείγματα
Un lièvre s' est caché dans le champ de maïs.
Ένας λαγός κρύφτηκε στο χωράφι καλαμποκιού.
02
πεδίο, τομέας
domaine d'activité ou de connaissance spécifique
Παραδείγματα
La philosophie et l' art partagent certains champs conceptuels.
Η φιλοσοφία και η τέχνη μοιράζονται ορισμένες εννοιολογικές περιοχές.
03
πεδίο, χωράφι
space dégagé et plat utilisé pour des activités spécifiques
Παραδείγματα
Le champ de courses accueille des compétitions équestres.
Ο ιππόδρομος φιλοξενεί ιππικούς αγώνες.
04
πεδίο, ορατή περιοχή
portion d'espace visible à travers un dispositif optique (appareil photo, caméra, yeux)
Παραδείγματα
Dans mon champ visuel périphérique, j' ai vu un mouvement.
Στο περιφερειακό μου πεδίο όρασης, είδα μια κίνηση.



























