Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le champ
01
χωράφι, αγρός
étendue de terre cultivée ou destinée à la culture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
champs
Παραδείγματα
Les paysans labourent le champ avant de semer le blé.
Οι αγρότες οργώνουν το χωράφι πριν από τη σπορά του σιταριού.
02
πεδίο, τομέας
domaine d'activité ou de connaissance spécifique
Παραδείγματα
Son expertise couvre plusieurs champs scientifiques.
Η εμπειρία του καλύπτει πολλά επιστημονικά πεδία.
03
πεδίο, χωράφι
space dégagé et plat utilisé pour des activités spécifiques
Παραδείγματα
Les joueurs entrent sur le champ de football.
Οι παίκτες μπαίνουν στο γήπεδο ποδοσφαίρου.
04
πεδίο, ορατή περιοχή
portion d'espace visible à travers un dispositif optique (appareil photo, caméra, yeux)
Παραδείγματα
L'objet est hors du champ de la caméra.
Το αντικείμενο είναι εκτός του πεδίου της κάμερας.



























