la chanson
Pronunciation
/ʃɑ̃sɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "chanson"στα γαλλικά

01

τραγούδι, άσμα

composition musicale avec des paroles, chantée par une ou plusieurs personnes
la chanson definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
chansons
Παραδείγματα
Elle chante une chanson traditionnelle.
Τραγουδά ένα παραδοσιακό τραγούδι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store