Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brouiller
01
ανακατεύω, μπερδεύω
mélanger ou rendre confus quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
brouille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
brouillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
brouillerai
ενεστώτα μετοχή
brouillant
παθητική μετοχή
brouillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
brouillions
Παραδείγματα
Ne brouille pas les papiers sur mon bureau.
Μην brouiller τα χαρτιά στο γραφείο μου.
02
τσακώνομαι, χωρίζω
perdre l'amitié ou se fâcher avec quelqu'un
Παραδείγματα
Ils se sont brouillés après une dispute.
Βρούντηξαν μετά από μια διαμάχη.
03
παρεμβαίνω, διαταράσσω
perturber ou empêcher la réception d'un signal
Παραδείγματα
Les appareils militaires peuvent brouiller les communications.
Οι στρατιωτικές συσκευές μπορούν να παρεμβαίνουν στις επικοινωνίες.



























