Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brosser
01
βουρτσίζω, χτενίζω
nettoyer ou lisser avec une brosse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
brosse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
brossons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
brosserai
ενεστώτα μετοχή
brossant
παθητική μετοχή
brossé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
brossions
Παραδείγματα
Nous brossons le cheval avant la promenade.
02
ζωγραφίζω με ενεργητικές πινελιές πινέλου, ζωγραφίζω με δυνατές πινελιές
peindre avec des coups de pinceau énergiques
Παραδείγματα
Nous admirons la façon dont il brosse la lumière.
Θαυμάζουμε τον τρόπο που ζωγραφίζει το φως.
03
βουρτσίζω, καθαρίζω με βούρτσα
nettoyer ou entretenir une partie de son corps avec une brosse
Παραδείγματα
Nous nous brossons avant d' aller chez le médecin.
04
βουρτσίζω, χτενίζω
passer une brosse pour arranger les cheveux
Παραδείγματα
Nous nous brossons les cheveux après la douche
Χτενίζουμε τα μαλλιά μας μετά το ντους.



























