brouter
brou
bʁu
broo
ter
te
te
brouteurbouterbrouetter

Ορισμός και σημασία του "brouter"στα γαλλικά

brouter
01

βοσκώ, τρώω χορτάρι

manger de l'herbe ou des plantes basses 
brouter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
broute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
broutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
brouterai
ενεστώτα μετοχή
broutant
παθητική μετοχή
brouté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
broutions
Παραδείγματα
Les vaches broutent dans le pré tous les matins. 

Οι αγελάδες βοσκούν στο λιβάδι κάθε πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store