Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brouter
01
βοσκώ, τρώω χορτάρι
manger de l'herbe ou des plantes basses
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
broute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
broutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
brouterai
ενεστώτα μετοχή
broutant
παθητική μετοχή
brouté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
broutions
Παραδείγματα
Les vaches broutent pendant des heures.
Οι αγελάδες βοσκούν για ώρες.



























