brun
brun
bʁœ̃
broe

Ορισμός και σημασία του "brun"στα γαλλικά

01

καφέ, σκοτεινός

de couleur foncée entre le rouge et le noir, comme le bois ou le chocolat 
brun definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus brun
συγκριτικός βαθμός
plus brun
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
brun
αρσενικό πληθυντικό
bruns
θηλυκό ενικό
brune
θηλυκό πληθυντικό
brunes
Παραδείγματα
Il a les cheveux bruns et les yeux verts. 

Έχει καστανά μαλλιά και πράσινα μάτια.

02

μαυρισμένος, καφετής

qui a la peau foncée à cause du soleil 
brun definition and meaning
Παραδείγματα
Après les vacances, elle est devenue bien brune. 

Μετά τις διακοπές, έγινε πολύ μαυρισμένη.

03

μαυρομάλλης, καστανός

qui a les cheveux foncés, par opposition à blond ou roux 
brun definition and meaning
Παραδείγματα
Elle est brune et son frère est blond. 

Είναι καστανή και ο αδερφός της είναι ξανθός.

01

καφέ, καφετής

une couleur sombre, souvent associée à la terre ou au café 
le brun definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le brun est une couleur chaude et naturelle. 

Το καφέ είναι ένα ζεστό και φυσικό χρώμα.

02

καστανός, καστανή

personne dont les cheveux ont une couleur entre le noir et le roux 
le brun definition and meaning
Παραδείγματα
Elle préfère les bruns aux blonds. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store