Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brusque
01
απότομος, αιφνίδιος
qui se produit de manière rapide et surprenante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus brusque
συγκριτικός βαθμός
plus brusque
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
brusque
αρσενικό πληθυντικό
brusques
θηλυκό ενικό
brusque
θηλυκό πληθυντικό
brusques
Παραδείγματα
Il fit un mouvement brusque pour attraper le ballon.
Έκανε μια απότομη κίνηση για να πιάσει τη μπάλα.
02
απότομος, αγενής
qui parle ou agit de façon tranchante, sans douceur
Παραδείγματα
Il répondit de manière brusque à la question.
Απάντησε με απότομο τρόπο στην ερώτηση.



























