Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bouillir
01
βράζω, ζεσταίνω μέχρι βρασμού
porter un liquide à haute température jusqu'à formation de bulles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bous
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bouillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bouillirai
ενεστώτα μετοχή
bouillant
παθητική μετοχή
bouilli
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bouillions
Παραδείγματα
L'eau commence à bouillir à 100°C.
Το νερό αρχίζει να βράζει στους 100°C.
02
βράζω, βράζω από θυμό
être dans un état de colère intense et contenue
Παραδείγματα
Il bouillait de rage après l'injustice.
Έβραζε από οργή μετά την αδικία.



























