Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bouillir
01
βράζω, ζεσταίνω μέχρι βρασμού
porter un liquide à haute température jusqu'à formation de bulles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bous
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bouillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bouillirai
ενεστώτα μετοχή
bouillant
παθητική μετοχή
bouilli
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bouillions
Παραδείγματα
Je laisse bouillir les pâtes 10 minutes.
Αφήνω τα ζυμαρικά να βράσουν για 10 λεπτά.
02
βράζω, βράζω από θυμό
être dans un état de colère intense et contenue
Παραδείγματα
Ne reste pas à bouillir dans ton coin, parle !
Μην μένεις να βράζεις στη γωνία σου, μίλα!



























