Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La boucle
01
πόρπη, αγκράφα
pièce d'un objet servant à maintenir, fixer ou attacher quelque chose (ceinture, ruban, chaussure)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
boucles
Παραδείγματα
La boucle de sa ceinture est en métal doré.
Το πόλο της ζώνης της είναι κατασκευασμένο από χρυσό μέταλλο.



























