Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boiter
01
κουτσαίνω, κουτσαίνω
marcher en penchant le corps à chaque pas à cause d'une douleur ou difformité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
boite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
boitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
boiterai
ενεστώτα μετοχή
boitant
παθητική μετοχή
boité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
boitions
Παραδείγματα
Après sa chute, il boite légèrement.
Μετά την πτώση του, κουτσαίνει ελαφρά.
02
κουτσαίνω
manquer de logique ou de cohérence (pour un argument, une théorie)
Παραδείγματα
Cette théorie scientifique boite sur plusieurs points clés.
Αυτή η επιστημονική θεωρία κουτσαίνει σε πολλά βασικά σημεία.



























