Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boiter
01
κουτσαίνω, κουτσαίνω
marcher en penchant le corps à chaque pas à cause d'une douleur ou difformité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
boite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
boitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
boiterai
ενεστώτα μετοχή
boitant
παθητική μετοχή
boité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
boitions
Παραδείγματα
Le blessé boitait en sortant de l' hôpital.
Ο τραυματίας κουτσαίνονταν καθώς έφευγε από το νοσοκομείο.
02
κουτσαίνω
manquer de logique ou de cohérence (pour un argument, une théorie)
Παραδείγματα
L' analogie entre ces deux idées boite visiblement.
Η αναλογία μεταξύ αυτών των δύο ιδεών κουτσαίνει ορατά.



























