baliser
ba
ba
ba
li
li
li
ser
ze
ze
banaliserbaiser

Ορισμός και σημασία του "baliser"στα γαλλικά

baliser
01

σημειώνω, οριοθετώ

marquer un chemin ou une zone avec des signaux 
baliser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
balise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
balisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
baliserai
ενεστώτα μετοχή
balisant
παθητική μετοχή
balisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
balisions
Παραδείγματα
Les randonneurs ont balisé le sentier pour éviter de se perdre. 

Οι πεζοπόροι σήμαναν το μονοπάτι για να αποφύγουν να χαθούν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store