Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
baliser
01
σημειώνω, οριοθετώ
marquer un chemin ou une zone avec des signaux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
balise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
balisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
baliserai
ενεστώτα μετοχή
balisant
παθητική μετοχή
balisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
balisions
Παραδείγματα
Les organisateurs ont balisé le parcours du marathon avec des flèches.
Οι διοργανωτές σήμαναν τη διαδρομή του μαραθωνίου με βέλη.



























