Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le ballet
01
μπαλέτο, μπαλέτο
représentation artistique combinant danse, musique et parfois théâtre, où les danseurs exécutent des chorégraphies sur scène
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ballets
Παραδείγματα
Le ballet combine grâce, technique et expression artistique.
Το μπαλέτο συνδυάζει χάρη, τεχνική και καλλιτεχνική έκφραση.



























