balbutier
Pronunciation
/balbysjˈe/

Ορισμός και σημασία του "balbutier"στα γαλλικά

balbutier
01

τραυλίζω, κομπάζω

avoir du mal à parler clairement, souvent à cause de nervosité ou d'émotion
balbutier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
balbutie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
balbutions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
balbutierai
ενεστώτα μετοχή
balbutiant
παθητική μετοχή
balbutié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
balbutiions
Παραδείγματα
Il balbutia ses excuses sans vraiment s' expliquer.
Τραύλισε τις συγγνώμες του χωρίς να εξηγηθεί πραγματικά.
02

τραυλίζω, ξεκινώ με δυσκολία

débuter avec des difficultés, avancer lentement ou timidement
Παραδείγματα
Leur collaboration balbutie mais promet beaucoup.
Η συνεργασία τους τραυλίζει αλλά υπόσχεται πολλά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store