atterrir
Pronunciation
/ateʀiʀ/

Ορισμός και σημασία του "atterrir"στα γαλλικά

atterrir
01

προσγειώνω, καθίζω

se poser sur le sol après un vol
atterrir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
atterris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
atterrissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
atterrirai
ενεστώτα μετοχή
atterrissant
παθητική μετοχή
atterri
α΄ πληθυντικό παρατατικού
atterrissions
Παραδείγματα
Après un long vol, ils ont enfin atterri en sécurité.
Μετά από μια μακρά πτήση, προσγειώθηκαν επιτέλους με ασφάλεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store