atterrir
atterrir
atɛʁiʁ
aterir

Ορισμός και σημασία του "atterrir"στα γαλλικά

atterrir
01

προσγειώνω, καθίζω

se poser sur le sol après un vol 
atterrir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
atterris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
atterrissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
atterrirai
ενεστώτα μετοχή
atterrissant
παθητική μετοχή
atterri
α΄ πληθυντικό παρατατικού
atterrissions
Παραδείγματα
L'avion va atterrir dans dix minutes. 

Το αεροπλάνο θα προσγειωθεί σε δέκα λεπτά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store