Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atterrir
01
προσγειώνω, καθίζω
se poser sur le sol après un vol
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
atterris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
atterrissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
atterrirai
ενεστώτα μετοχή
atterrissant
παθητική μετοχή
atterri
α΄ πληθυντικό παρατατικού
atterrissions
Παραδείγματα
Après un long vol, ils ont enfin atterri en sécurité.
Μετά από μια μακρά πτήση, προσγειώθηκαν επιτέλους με ασφάλεια.



























