Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'attache
01
κούμπωμα, σύνδεσμος
objet permettant de maintenir, de lier ou de fixer quelque chose (ceinture, vêtement, sac…)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
attaches
Παραδείγματα
Il a utilisé une attache pour maintenir le câble en place.
Χρησιμοποίησε ένα συνδετήρα για να κρατήσει το καλώδιο στη θέση του.
02
δεσμός, σύνδεσμος
lien qui unit des personnes, des idées ou des choses
Παραδείγματα
Les attachements émotionnels peuvent être très puissants.
Οι δεσμοί συναισθηματικοί μπορεί να είναι πολύ ισχυροί.
03
άρθρωση, σύνδεση
partie du corps ou d'un objet où deux éléments sont reliés ou articulés, dans le corps humain souvent synonyme d'articulation
Παραδείγματα
Les exercices renforcent l' attache des hanches.
Οι ασκήσεις ενισχύουν την άρθρωση του ισχίου.



























