Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'arrêté préfectoral
01
προεδρικό διάταγμα, προεδρικό ψήφισμα
décision officielle prise par un préfet pour organiser ou réglementer quelque chose dans un département
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
arrêtés préfectoraux
Παραδείγματα
Un arrêté préfectoral interdit la baignade dans la rivière.
Μια νομαρχιακή απόφαση απαγορεύει το κολύμπι στο ποτάμι.



























