Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apprécier
01
εκτιμώ, αξιολογώ
estimer la valeur, la quantité ou l'importance de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
apprécie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
apprécions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
apprécierai
ενεστώτα μετοχή
appréciant
παθητική μετοχή
apprécié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
appréciions
Παραδείγματα
Ils apprécient les risques avant de commencer.
Αξιολογούν τους κινδύνους πριν ξεκινήσουν.
02
εκτιμώ, αξιολογώ
aimer quelque chose ou quelqu'un et en tirer du plaisir
Παραδείγματα
Ils apprécient son travail.
Αυτοί εκτιμούν τη δουλειά του.
03
εκτιμώ, αξιολογώ
exprimer sa reconnaissance pour quelque chose ou quelqu'un
Παραδείγματα
Ils apprécient la gentillesse des voisins.
Εκτιμούν την καλοσύνη των γειτόνων.
04
αυξάνεται σε αξία, ανατιμάται
augmenter en valeur, en qualité ou en quantité
Παραδείγματα
La demande pour ce produit s' apprécie constamment.
Η ζήτηση για αυτό το προϊόν αυξάνεται συνεχώς.
05
θεωρώ ότι, λαμβάνω υπόψη ότι
به نظر رسیدن
Παραδείγματα
J' apprécie que tu m' aides toujours.
Εκτιμώ που με βοηθάς πάντα.



























