Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apprécier
01
εκτιμώ, αξιολογώ
estimer la valeur, la quantité ou l'importance de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
apprécie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
apprécions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
apprécierai
ενεστώτα μετοχή
appréciant
παθητική μετοχή
apprécié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
appréciions
Παραδείγματα
Il apprécie la valeur de cette peinture.
Εκτιμά την αξία αυτού του πίνακα.
02
εκτιμώ, αξιολογώ
aimer quelque chose ou quelqu'un et en tirer du plaisir
Παραδείγματα
J'apprécie la musique classique.
Εκτιμώ την κλασική μουσική.
03
εκτιμώ, αξιολογώ
exprimer sa reconnaissance pour quelque chose ou quelqu'un
Παραδείγματα
J'apprécie ton aide.
Εκτιμώ τη βοήθειά σου.
04
αυξάνεται σε αξία, ανατιμάται
augmenter en valeur, en qualité ou en quantité
Παραδείγματα
La valeur de la maison s'apprécie chaque année.
Η αξία του σπιτιού αυξάνεται κάθε χρόνο.
05
- , -
Παραδείγματα
Elle apprécie que le travail soit terminé à temps.
Εκείνη εκτιμά ότι η εργασία ολοκληρώθηκε εγκαίρως.



























