Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amer
01
πικρός, αψύς
qui a une saveâche âpre et désagréable comme celle du café non sucré ou du pamplemousse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus amer
συγκριτικός βαθμός
plus amer
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
amer
αρσενικό πληθυντικό
amers
θηλυκό ενικό
amère
θηλυκό πληθυντικό
amères
Παραδείγματα
Le café est trop amer pour moi, je préfère l' adoucir.
Ο καφές είναι πολύ πικρός για μένα, προτιμώ να τον γλυκάνω.
02
πικρός, πικραμένος
qui manifeste de la rancœur ou de la méchanceté
Παραδείγματα
Un rire amer lui échappa quand il évoqua son passé.
Ένα πικρό γέλιο του ξέφυγε όταν αναφέρθηκε στο παρελθόν του.



























