Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'ameublement
01
έπιπλα, επίπλωση
ensemble des meubles et objets utilisés pour équiper et décorer une maison
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'ameublement de cette maison est moderne et élégant.
Ο εξοπλισμός αυτού του σπιτιού είναι μοντέρνος και κομψός.



























