Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'amertume
[gender: feminine]
01
πικρία, πικράδα
qualité de ce qui est amer, goût piquant ou désagréable, souvent utilisé pour aliments, boissons ou sentiments
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Le vin rouge présente une légère amertume agréable.
Το κόκκινο κρασί παρουσιάζει μια ελαφριά ευχάριστη πικράδα.



























