Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'affaire
01
εργασία, υπόθεση
chose dont on doit s'occuper
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
affaires
Παραδείγματα
Cette affaire demande beaucoup de patience.
Αυτή η υπόθεση απαιτεί πολλή υπομονή.
02
θέμα, πρόβλημα
situation difficile ou embrouillée
Παραδείγματα
Cette affaire devient trop compliquée.
Αυτή η υπόθεση γίνεται πολύ περίπλοκη.
03
συμφωνία, συναλλαγή
opération d'achat ou de vente, ou accord conclu
Παραδείγματα
Ils ont conclu une bonne affaire.
Έκλεισαν μια καλή συμφωνία.
04
θέμα, ζήτημα
ce dont on parle ou ce qui fait l'objet d'une discussion
Παραδείγματα
Parlons d'une autre affaire maintenant.
Ας μιλήσουμε για ένα άλλο θέμα τώρα.
05
υπόθεση, περίπτωση
affaire portée devant la justice ou scandale criminel
Παραδείγματα
L'affaire est entre les mains des juges.
Η υπόθεση είναι στα χέρια των δικαστών.
06
επιχείρηση, επιχειρηματική δραστηριότητα
activité professionnelle pour gagner de l'argent
Παραδείγματα
Il dirige une petite affaire familiale.
Διευθύνει μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση.



























