Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
affaiblir
01
αποδυναμώνω, εξασθενίζω
rendre quelque chose moins fort, moins résistant ou moins vigoureux sur le plan physique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
affaiblis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
affaiblissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
affaiblirai
ενεστώτα μετοχή
affaiblissant
παθητική μετοχή
affaibli
α΄ πληθυντικό παρατατικού
affaiblissions
Παραδείγματα
La maladie a affaibli son organisme.
Η ασθένεια εξάσκησε τον οργανισμό του.
02
αποδυναμώνω, εξασθενίζω
devenir moins fort, moins résistant ou moins vigoureux sur le plan physique
Παραδείγματα
Sa santé s'affaiblit après plusieurs semaines de maladie.
Η υγεία του αποδυναμώνεται μετά από αρκετές εβδομάδες ασθένειας.



























