l'affection
affection
afɛksjɔ̃
afeksyaw
affectationaffliction

Ορισμός και σημασία του "affection"στα γαλλικά

01

αγάπη, τρυφερότητα

sentiment d'amour ou de tendresse envers quelqu'un 
l'affection definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
affections
Παραδείγματα
Elle montre beaucoup d'affection pour ses enfants. 

Εκείνη δείχνει πολλή στοργή για τα παιδιά της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

affection
affect
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store