Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
affirmer
01
διισχυρίζομαι, βεβαιώνω
déclarer quelque chose avec certitude ou conviction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
affirme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
affirmons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
affirmerai
ενεστώτα μετοχή
affirmant
παθητική μετοχή
affirmé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
affirmions
Παραδείγματα
Le scientifique affirme les résultats de son étude.
Ο επιστήμονας επιβεβαιώνει τα αποτελέσματα της μελέτης του.
02
διεκδικώ, αποδεικνύω
prouver la vérité ou la réalité de quelque chose
Παραδείγματα
L' étude affirme la validité de cette méthode.
Η μελέτη επιβεβαιώνει την εγκυρότητα αυτής της μεθόδου.
03
επιβεβαιώνω τον εαυτό μου, εδραιώνω τον εαυτό μου
se montrer avec assurance, renforcer sa position ou sa personnalité
Παραδείγματα
Elle s' affirme avec confiance dans ses décisions.
Αυτή επιβεβαιώνει τον εαυτό της με αυτοπεποίθηση στις αποφάσεις της.



























