Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
affaiblir
01
αποδυναμώνω, εξασθενίζω
rendre quelque chose moins fort, moins résistant ou moins vigoureux sur le plan physique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
affaiblis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
affaiblissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
affaiblirai
ενεστώτα μετοχή
affaiblissant
παθητική μετοχή
affaibli
α΄ πληθυντικό παρατατικού
affaiblissions
Παραδείγματα
L' absence de soins a affaibli les plantes.
Η απουσία φροντίδας έχει αποδυναμώσει τα φυτά.
02
αποδυναμώνω, εξασθενίζω
devenir moins fort, moins résistant ou moins vigoureux sur le plan physique
Παραδείγματα
Le bâtiment s' est affaibli à cause des intempéries.
Το κτίριο έχει αποδυναμωθεί λόγω των κακών καιρικών συνθηκών.



























