Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'affaiblissement
01
αποδυνάμωση, απώλεια δύναμης
perte de force physique ou mécanique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L' affaiblissement des os augmente le risque de fracture.
Η αποδυνάμωση των οστών αυξάνει τον κίνδυνο κατάγματος.
02
αποδυνάμωση, αδυναμία
perte de vitalité, fatigue ou état de faiblesse
Παραδείγματα
L' affaiblissement de son système immunitaire le rend vulnérable.
Η εξασθένηση του ανοσοποιητικού του συστήματος τον καθιστά ευάλωτο.



























