l'affaiblissement
Pronunciation
/afɛblismˈɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "affaiblissement"στα γαλλικά

L'affaiblissement
01

αποδυνάμωση, απώλεια δύναμης

perte de force physique ou mécanique
l'affaiblissement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L' affaiblissement des os augmente le risque de fracture.
Η αποδυνάμωση των οστών αυξάνει τον κίνδυνο κατάγματος.
02

αποδυνάμωση, αδυναμία

perte de vitalité, fatigue ou état de faiblesse
Παραδείγματα
L' affaiblissement de son système immunitaire le rend vulnérable.
Η εξασθένηση του ανοσοποιητικού του συστήματος τον καθιστά ευάλωτο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store