l'affaiblissement
affaiblissement
afɛblismɑ̃
afeblismaa

Ορισμός και σημασία του "affaiblissement"στα γαλλικά

L'affaiblissement
01

αποδυνάμωση, απώλεια δύναμης

perte de force physique ou mécanique 
l'affaiblissement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'affaiblissement des muscles rend le sport difficile. 

Η εξασθένηση των μυών καθιστά το άθλημα δύσκολο.

02

αποδυνάμωση, αδυναμία

perte de vitalité, fatigue ou état de faiblesse 
Παραδείγματα
L'affaiblissement de sa santé l'oblige à rester au lit. 

Η εξασθένηση της υγείας του τον αναγκάζει να παραμείνει στο κρεβάτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store