Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'adaptation
01
προσαρμογή
processus de modification pour s'ajuster à une nouvelle situation ou environnement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
adaptations
Παραδείγματα
L'adaptation des plantes au désert est fascinante.
Η προσαρμογή των φυτών στην έρημο είναι συναρπαστική.
02
προσαρμογή, εκδοχή
transformation d'une œuvre (livre, pièce...) en un autre format (film, série...)
Παραδείγματα
L'adaptation de ce roman au cinéma était attendue.
Η διασκευή αυτού του μυθιστορήματος στον κινηματογράφο ήταν αναμενόμενη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inadaptation
adaptation
adapt



























