Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
activer
01
ενεργοποιώ, θέτω σε λειτουργία
faire fonctionner ou déclencher quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
active
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
activons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
activerai
ενεστώτα μετοχή
activant
παθητική μετοχή
activé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
activions
Παραδείγματα
J'ai activé l'alarme de la maison.
Ενεργοποίησα το συναγερμό του σπιτιού.
02
επιταχύνω, επισπεύδω
augmenter la vitesse ou l'intensité d'une action
Παραδείγματα
Le moteur a été activé pour atteindre plus vite la vitesse maximale.
Ο κινητήρας ενεργοποιήθηκε για να φτάσει πιο γρήγορα στη μέγιστη ταχύτητα.
03
ενεργώ, δουλεύω
se donner du mal, se mettre à faire quelque chose avec activité
Παραδείγματα
Elle s'active dans le jardin tous les matins.
Αυτή ενεργοποιείται στον κήπο κάθε πρωί.



























