Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
activer
01
ενεργοποιώ, θέτω σε λειτουργία
faire fonctionner ou déclencher quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
active
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
activons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
activerai
ενεστώτα μετοχή
activant
παθητική μετοχή
activé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
activions
Παραδείγματα
Tu dois activer ton abonnement pour l' utiliser.
Πρέπει να ενεργοποιήσεις τη συνδρομή σου για να τη χρησιμοποιήσεις.
02
επιταχύνω, επισπεύδω
augmenter la vitesse ou l'intensité d'une action
Παραδείγματα
Il faut activer les ventes pour atteindre l' objectif.
Πρέπει να ενεργοποιήσετε τις πωλήσεις για να επιτευχθεί ο στόχος.
03
ενεργώ, δουλεύω
se donner du mal, se mettre à faire quelque chose avec activité
Παραδείγματα
Il s' active toujours avant les examens.
Ενεργοποιείται πάντα πριν από τις εξετάσεις.



























