dotar
Pronunciation
/dotˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "dotar"στα ισπανικά

01

εξοπλίζω

proveer a alguien o algo de lo necesario 
dotar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
doto
γ΄ ενικό πρόσωπο
dota
ενεστώτα μετοχή
dotando
απλός αόριστος
dotó
παθητική μετοχή
dotado
Παραδείγματα
La escuela dotó a los alumnos de ordenadores. 

Το σχολείο εξόπλισε τους μαθητές με υπολογιστές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store