Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dotar
01
εξοπλίζω
proveer a alguien o algo de lo necesario
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
doto
γ΄ ενικό πρόσωπο
dota
ενεστώτα μετοχή
dotando
απλός αόριστος
dotó
παθητική μετοχή
dotado
Παραδείγματα
El gobierno dotó al hospital de más personal.
Η κυβέρνηση εξόπλισε το νοσοκομείο με περισσότερο προσωπικό.



























