dotar
Pronunciation
/dotˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "dotar"στα ισπανικά

01

εξοπλίζω

proveer a alguien o algo de lo necesario
dotar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
doto
γ΄ ενικό πρόσωπο
dota
ενεστώτα μετοχή
dotando
απλός αόριστος
dotó
παθητική μετοχή
dotado
Παραδείγματα
El gobierno dotó al hospital de más personal.
Η κυβέρνηση εξόπλισε το νοσοκομείο με περισσότερο προσωπικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store