Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dotado
01
ταλαντούχος, προικισμένος
que tiene habilidades o talentos naturales en un área
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas dotado
συγκριτικός βαθμός
mas dotado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dotado
αρσενικό πληθυντικό
dotados
θηλυκό ενικό
dotada
θηλυκό πληθυντικό
dotadas
Παραδείγματα
Es una atleta dotada para la velocidad.
Είναι μια προικισμένη αθλήτρια στην ταχύτητα.
02
εξοπλισμένος, προικισμένος
que está provisto de recursos o capacidades necesarias
Παραδείγματα
La empresa está dotada de recursos suficientes para crecer.
Η εταιρεία είναι εξοπλισμένη με επαρκείς πόρους για να αναπτυχθεί.



























