dotado
dotado
dorado

Ορισμός και σημασία του "dotado"στα ισπανικά

01

ταλαντούχος, προικισμένος

que tiene habilidades o talentos naturales en un área 
dotado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas dotado
συγκριτικός βαθμός
mas dotado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dotado
αρσενικό πληθυντικό
dotados
θηλυκό ενικό
dotada
θηλυκό πληθυντικό
dotadas
Παραδείγματα
Es un músico muy dotado. 

Είναι ένας πολύ ταλαντούχος μουσικός.

02

εξοπλισμένος, προικισμένος

que está provisto de recursos o capacidades necesarias 
Παραδείγματα
Está dotado de las herramientas necesarias para el trabajo. 

Είναι εφοδιασμένος με τα απαραίτητα εργαλεία για τη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store