Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dosificar
01
χρησιμοποιώ με μέτρο
utilizar algo de manera controlada y en cantidades limitadas para evitar el desperdicio
Παραδείγματα
Hay que dosificar el agua en tiempos de sequía.
Πρέπει να δοσολογήσετε το νερό σε περιόδους ξηρασίας.
02
δοσολογώ
medir o administrar cantidades exactas y controladas de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
dosifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
dosifica
ενεστώτα μετοχή
dosificando
απλός αόριστος
dosificó
παθητική μετοχή
dosificado
Παραδείγματα
Hay que dosificar la cantidad de sal en la receta.
Πρέπει να δοσολογήσετε την ποσότητα αλατιού στη συνταγή.



























