Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El dote
01
προίκα
conjunto de bienes o dinero que una persona aporta al matrimonio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dotes
Παραδείγματα
La familia acordó la dote antes de la boda.
Η οικογένεια συμφώνησε για την προίκα πριν από το γάμο.



























