Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dosificar
01
χρησιμοποιώ με μέτρο
utilizar algo de manera controlada y en cantidades limitadas para evitar el desperdicio
Παραδείγματα
Debes dosificar el uso de datos móviles.
Πρέπει να δοσολογείτε τη χρήση δεδομένων κινητής τηλεφωνίας.
02
δοσολογώ
medir o administrar cantidades exactas y controladas de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
dosifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
dosifica
ενεστώτα μετοχή
dosificando
απλός αόριστος
dosificó
παθητική μετοχή
dosificado
Παραδείγματα
Dosificaron el fertilizante para no dañar el suelo.
Δόμησαν το λίπασμα για να μην βλάψουν το έδαφος.



























