la inopia
Pronunciation
/inˈopja/

Ορισμός και σημασία του "inopia"στα ισπανικά

01

ένδεια, φτώχεια

situación de extrema pobreza o falta de recursos 
la inopia definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Vivía en la inopia tras perderlo todo. 

Ζούσε στη φτώχεια αφού έχασε τα πάντα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store