Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proscribir
01
απαγορεύω, ανακηρύσσω παράνομο
declarar algo ilegal y prohibir su uso o práctica
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
proscribo
γ΄ ενικό πρόσωπο
proscribe
ενεστώτα μετοχή
proscribiendo
απλός αόριστος
proscribió
παθητική μετοχή
proscrito
Παραδείγματα
El tribunal puede proscribir organizaciones ilegales.
Το δικαστήριο μπορεί να απαγορεύσει παράνομους οργανισμούς.



























