proscribir
Pronunciation
/pɾˌɔskɾiβˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "proscribir"στα ισπανικά

proscribir
01

απαγορεύω, ανακηρύσσω παράνομο

declarar algo ilegal y prohibir su uso o práctica
proscribir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
proscribo
γ΄ ενικό πρόσωπο
proscribe
ενεστώτα μετοχή
proscribiendo
απλός αόριστος
proscribió
παθητική μετοχή
proscrito
Παραδείγματα
El tribunal puede proscribir organizaciones ilegales.
Το δικαστήριο μπορεί να απαγορεύσει παράνομους οργανισμούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store