Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
protagonizar
01
παίζω τον κύριο ρόλο
ser el actor principal en una película, obra de teatro o serie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
protagonizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
protagoniza
ενεστώτα μετοχή
protagonizando
απλός αόριστος
protagonizó
παθητική μετοχή
protagonizado
Παραδείγματα
Protagonizaron un remake de la clásica película de los años 50.
Πρωταγωνίστησαν σε μια νέα εκδοχή της κλασικής ταινίας της δεκαετίας του '50.



























