Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
protagonizar
01
παίζω τον κύριο ρόλο
ser el actor principal en una película, obra de teatro o serie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
protagonizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
protagoniza
ενεστώτα μετοχή
protagonizando
απλός αόριστος
protagonizó
παθητική μετοχή
protagonizado
Παραδείγματα
La famosa actriz protagonizará la nueva película de ciencia ficción.
Η διάσημη ηθοποιός θα πρωταγωνιστήσει στη νέα ταινία επιστημονικής φαντασίας.



























