Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La prosperidad
[gender: feminine]
01
ευημερία
estado de bienestar económico y social, con abundancia de recursos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La educación contribuye a la prosperidad social.
Η εκπαίδευση συμβάλλει στην κοινωνική ευημερία.



























