Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La prosperidad
01
ευημερία
estado de bienestar económico y social, con abundancia de recursos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El país entró en una etapa de prosperidad.
Η χώρα εισήλθε σε μια περίοδο ευημερίας.



























