Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prosperar
01
ευδοκιμώ, ακμάζω
crecer, desarrollarse o mejorar en condiciones favorables
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
prospero
γ΄ ενικό πρόσωπο
prospera
ενεστώτα μετοχή
prosperando
απλός αόριστος
prosperó
παθητική μετοχή
prosperado
Παραδείγματα
Él prosperó en su carrera profesional gracias a su dedicación.
Αυτός εξελίχθηκε στην επαγγελματική του καριέρα χάρη στην αφοσίωσή του.



























