Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prosperar
01
ευδοκιμώ, ακμάζω
crecer, desarrollarse o mejorar en condiciones favorables
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
prospero
γ΄ ενικό πρόσωπο
prospera
ενεστώτα μετοχή
prosperando
απλός αόριστος
prosperó
παθητική μετοχή
prosperado
Παραδείγματα
El negocio familiar logró prosperar con el tiempo.
Η οικογενειακή επιχείρηση κατάφερε να ευημερήσει με το πέρασμα του χρόνου.



























