prosperar
pros
ˌpɾɔs
praws
pe
pe
rar
ˈɾaɾ
rar
protestarperpetrarpatrullarcompletar

Ορισμός και σημασία του "prosperar"στα ισπανικά

prosperar
01

ευδοκιμώ, ακμάζω

crecer, desarrollarse o mejorar en condiciones favorables 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
prospero
γ΄ ενικό πρόσωπο
prospera
ενεστώτα μετοχή
prosperando
απλός αόριστος
prosperó
παθητική μετοχή
prosperado
Παραδείγματα
El negocio familiar logró prosperar con el tiempo. 

Η οικογενειακή επιχείρηση κατάφερε να ευημερήσει με το πέρασμα του χρόνου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store